Παναγία ή Παναγίτσα η Δαφνιώτισσα(Φωτογραφίες)

Στις 15 Αυγούστου γιορτάζει η Παναγία ή Παναγίτσα, ένα Βυζαντινό εκκλησάκι που είναι χτισμένο πάνω στα ερείπια του αρχαίου Ναού της Δαφναίας Αρτέμιδας και βρίσκεται στην περιφέρεια του οικισμού Δαφνιώτισσας (πρώην Μουζίκα) του δήμου Ήλιδας. Αλλά από ότι διαφαίνεται ούτε φέτος θα ανοίξει, όπως συμβαίνει αρκετά χρόνια τώρα, μετά τον τελευταίο σεισμό. Το εκκλησάκι είχε εγκαταλειφθεί στην μοίρα του, εφόσον η ολιγωρία και η αμέλεια των υπευθύνων είχαν παραμελήσει στο να το υποστυλώσουν και να το ανακαινίσουν. Ο Σύλλογος Προστασίας της Φύσης και της Πολιτιστικής κληρονομιάς Ερυμάνθου Φολόης, “ΩΛΟΝΟΣ” παρενέβη και με επερώτηση στην Ελληνική Βουλή κατόρθωσε να πραγματοποιηθεί, σε πρώτο στάδιο η υποστύλωση!

Σήμερα δημοσιεύουμε ένα επεισόδιο επί τουρκοκρατίας που αναφέρει και το εν λόγο εκκλησάκι!

Ο ΝΙΟΝΙΑΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΟΥΡΚΟΠΛΟ

Λαογραφική συλλογή Ηλίας Τουτούνης

Ο Νιονιάκος παιδί του Βασιλάκη Παπαδόπλου ή Μπακούρη, καμιά εικοσιπενταριά χρονόνε, ήτανε κάμποσα χρόνια τσοπάνης, στα γιδοπρόβατα, ενός τούρκου από του Μουζίκα του Μουσταφά Χουσεΐνη που είχε στανοτόπια στου Μπεζαΐτι, μαζί του ήταν κι ένα Ρουβαλόπλο καμιά δεκαφταριά χρονόνε, ο Νικολέτος. Τα πράματα, εκείνο τον καιρό τέλη του Θεριστή, τα είχανε κι απάνου στην Τουρκόραχη. Ο Νιονιάκος είχε το απάνου χέρι στο κοπάδι, εφτούνος έκοβε και έραβε, που θα βοσκήσουνε τα πράματα, που θα τα ροβολάει για νερό και στάλο, ποια θα κρατήσει για έχα, ποια θα σφάξει και ούλα τα άλλα.

Τα πράματα καλά παγαίνανε μέχρι εκείνη την διαβολοχρονιά που τους βρήκε. Παραμονή της Παναγιάς ο Νιονιάκος χώρισε μια μαρμάρα προβατίνα την τσάκωσε, την έδεσε μ’ ένα λιταράκι και την έδωκε στον Νικολέτο να την πάει τάμα στην Παναγίτσα την Μουζικιώτισσα. Η μαρμάρα εφτούνη ήτανε η αγαπημένη προβατίνα του αφεντόπλου. Ο Νικολέτος νωρίς το απόγιομα πήρε τραβώντας την προβατίνα και έσαξε κατά την Παναγίτσα.
Ο Νιονιάκος σκάρισε τα πράματα από τον Άβυσσο και τα γυρόφερνε μαζί με το τσοπανόσκυλό του τον Αλή, τότενες φάνηκε και το αφεντικό του καβάλα στ’ άλογο με τον καμουτσέ στο χέρι, να ’ρχεται καταπάνου στον Νιονιάκο. Ο Νιονιάκος σάματις τον είδε να έρχεται φουριόζος αλαφιάστηκε και τόνε τήραγε ακούνητος από τον τόπο του. Σάματις κοντοζύγωσε τον είδε να είναι αγριεμένος σαν λυσσασμένο σκυλί.

-Προσκυνάου αφέντη μου!
-Που είναι ο Νικολέτος ορέ Νιόνιο;
-Στην Παναγίτσα αφέντη μου, πάει να προσκυνήσει την Χάρη της!
-Μονάχος του ορέ σκυλί;
-Μπίτι μονάχος του αφέντη μου!
-Μπίτι για μπίτι;
-Μπίτι αφέντη μου!
-Ορέ ζαγάρ, τσάκω την γρίβα του μπεόπλου μου, τήνε θέλει, να την πάω στο κονάκι μου!
– Αφέντη μου, ψόφησε πριν λίγες μέρες και την φάγανε τα τσακάλια.
-Και εκείνη που τραβολόγαγε ο Νικολέτος, ρε διαβόλου γέννα, ποια ήτανε;
Ο Νιονιάκος κατάπιε την γλώσσα του, δεν ήξερε τι να του πει. Δεν έβγαλε άχνα, παρά καρτέραγε τι θα του ξεστομίσει ο αφέντης του.
-Άκου ρε ζαγάρι. Εγώ θέλω την προβατίνα απόψε στο κονάκι μου. Τήρα αν δεν έρθει, θα σου κόψω με το χαντζάρι μου το κεφάλι πέρα – πέρα σαν το κατσίκι, άκουσες; Και βάρεσε το άλογο και έγινε μπουχός.

Ο Νιονιάκος παράτησε τα ζωντανά καβάληκε την κόρμπα του και βάρεσε για την Παναγιά. Μόλις έφτασε, ο Νικολέτος την είχε δεμένη κάτου από μια τρανή πεύκα και κουβέντιαζε με κάτι γνωστούς του τσοπάνηδες που ήσαντε στην δούλεψη των Τουρκώνε. Ο Νιονιάκος, του μίλησε και ευτούνο, δίχωτις δεύτερη κουβέντα, πήρε την προβατίνα και έσαξε κατά το κονάκι στου Μπεζαΐτι. Ο δε Νικολέτος μόλις σκόλασε ο παπάς, πισωγύρισε στα πράματα.
Την παράλλη μέρα ο αφέντης του παρήγγειλε με τον Νιονιάκο να κατέβει ντερμεντέ και σώνει στο κονάκι. Ο Νικολέτος μετά τον στάλο, κατέβηκε και παρουσιάστηκε ομπρός στον αφέντη. Ευτούνος, άρπαξε την γκλίτσα από τα χέρια του και του γύρισε κάμποσες ανάποδες στα πλευρά και στο κεφάλι και τον έριξε χάμου. Ο Νικολέτος, δινότανε να τόνε ζεματίσει, αλλά δεν κόταγε γιατί τρογύρω ήσαντε μαζεμένοι τσούρμο καμιά εικοσαριά τουρκαλάδες. Μετά τόνε γδύσανε τερλεκάτσι και ούλοι τους γελάγανε μαζί του, και τόνε κοπανάγανε κλωτσιές εκεί που ήτανε κατάχαμα. Ο Νικολέτος με τα δυο του χέρια φυλαγότανε πότε στην κοιλιά και πότε στο κεφάλι για να αποφύγει τις κλωτσιές αλλά και κουλουριάστηκε σαν το φίδι από τους πόνους με τα βαρέματα των άπιστων.

Μετά από κάμποση ώρα, όταν αποκαμωθήκανε να τόνε κλωτσοπατάνε, τον αφήκανε κατάχαμα και φύγανε. Μόλις συνήλθε ο Νικολέτος σηκώθηκε και έφυγε πιλαλώντας προς τα χωράφια. Την άλλη μέρα το πρωί, ξαναπήγε στα πράματα και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Όμως η ντροπή του γδυσίματος και οι ματσουκιές ήτανε βαριά ντροπή για δαύτονε και φωλιάσανε μέσα στην ψυχή του. Περάσανε κάνα δυο χρόνια και μια μέρα το αφεντόπλο καβάληκε το άλογό του και έσαξε στα πράματα. Εκεί βρήκε το Νικολέτο να κοιμάται κάτου από μια πεύκα και τα πρόβατα να έχουνε σκαρίσει από τον στάλο και να έχουν ξεμακρύνει. Ο Νιονιάκος εκείνη την ώρα έλειπε, γιατί είχε πάει στα γίδια και τα είχε σάξει κατά την Μπούκα για χλωρονομή και κλαρί. Τότε, τόνε ξύπνησε και με το καμτσίκι του τον βάρεσε στα μούτρα. Το αφεντόπλο θα ’τανε δεν θα ’τανε καμιά εικοσαριά χρονόνε.
Ο Νικολέτος, πετάχτηκε απάνου και το διαβολόστειλε, εκείνο πάλενες τον ξαναβάρεσε με το καμτσίκι. Σάματις τον έφερνε φούρλα το αφεντόπλο, τσάκωσε το καμτσίκι στον αέρα και τράβα το αφεντόπλο, τράβα ο Νικολέτος το έριξε χάμου από τ’ άλογο. Εκεί πιαστήκανε στα χέρια το αφεντόπλο τράβηξε την πιστόλα από την μέση του να τόνε σκοτώσει, αλλά δεν πρόκαμε γιατί ο Νικολέτος του έχωσε μια στην νεφραμιά, με το κοπίδι που είχε ζωσμένο στην μέση του, και τον ξέκαμε.

Εφτούνο σπαρτάρισε λίγο και μετά έδωκε κάνα δυο τιναξιές σαν το σφακτό που ξεψυχάει και τα κακάρωσε. Τώρα, ο Νικολέτος έμπλεξε για τα καλά, μόλις ο αφέντης του θα μάθαινε για το φονικό του παιδιού του θα τον σκότωνε, δεν τόνε γλίτωνε τίποτις. Και όχι μόνο ευτούνο, αλλά θα τήνε πλήρωνε και ούλος ο τρογύρω κοσμάκης, που δεν έφταιγε σε τίποτις. Κόντεψε να μουρλαθεί, μπίτι για μπίτι ο μαύρος.
Εκειά που φουρλάτιζε το μυαλό του, του ’ρθε μια σκέψη σαν αστροπή και τσάκα-τσάκα ανάγκασε, πήγε και τρούπωσε, τ’ άλογο του αφεντόπλου, βαθιά μέσα στα πεύκα και αφού πισωγύρισε φορτώθηκε τον σκοτωμένο και πήγε κάτου κοντά στις ιτιές και αφού έσκαψε μια τρανή λακούβα σαν κιβούρι, έριξε μέσα το σκοτωμένο και μετά τον έχωσε. Πάει παρέκει που είχε δεμένο κάνα δυο γουρούνια και το καπρί το έδεσε εδεκεί χάμου που έθαψε τον σκοτωμένο. Το γουρούνι αφού βρήκε λίγο αφράτο το χώμα έβαλε μπροστά την μουτσούνα του και έσκαβε και έκανε τον τόπο αναγομή.

Το βράδυ δυο-τρεις Τούρκοι, εφτάσανε στη Τουρκόραχη, που έμενε το θέρο ο Νικολέτος και ρωτάγανε για το αφεντόπλο. Ο Νικολέτος έκαμε τον ανήξερο, και τους είπε ότι δεν φάνηκε κατά ’κείθενες. Αργά τα μεσάνυκτα, που ’συχάσανε τα πράματα, ροβόληκε κάτου, εκεί που είχε κρύψει τ’ άλογο τ’ αφεντόπλου το έδεσε πίσω από την κόρμπα του καβάληκε και τραβώντας το, μέσα στο σκοτάδι, βάρεσε και πέρασε πέρα από το ποτάμι κατά τις Ξενιές, σιμά σ’ ένα γρέκι που το είχε ένας αλογοσούρτης από του Μπαλί. Εκεί τ’ απόλυκε και ξαναγύρισε στην στάνη. Από το χάραμα είχε βουΐξει ο τόπος για το αφεντόπλο. Σάματις χάραξε για τα καλά βγήκε πολύς κόσμος και ψάχνανε για το αφεντόπλο Τούρκοι και Ρωμιοί. Ρωτάγανε- ξαναρωτάγανε, αλλά τίποτις ούτε το αφεντόπλο ούτενες και τ’ άλογο, λες και άνοιξε η γης και το κατάπιε.
Φτάσανε και στον τόπο που έγινε το φονικό κάτι οσμίστηκε ένα κοντοζάγαρο του αφεντόπλου, αλλά σάματις έφτασε στο καπρί, που ήτανε κάτου από την ιτιά, κόλωσε. Το καπρί, είχε αναγωμίσει ούλο τον τόπο και δεν πονηριάστηκε κανείς τους, ότι εκεί ήτανε θαμένο το τουρκόπλο.

Πέρασε πολύς καιρός, τα μαντάτα για το χαμό του αφεντόπλου είχανε φτάσει σ’ ούλο τον κόσμο, αλλά πουθενά άφαντο. Μετά από πολλά χρόνια ο Νικολέτος έμαθε ότι τ’ άλογο του αφεντόπλου, το πήρε κάποιος τσοπάνης ονόματι Σπανός από του Μπαλί και το έσουρε με κάτι άλλους αλογοσούρτες στο Ζάντε (Ζάκυνθο).
Ο αφέντης κι εκείνος πέθανε μετά από κάμποσα χρόνια από το σαράκι του, για το χάσιμο του μονάκριβου παιδιού του. Δεν το χώραγε το μυαλό του, πως χάθηκε το παιδί του στα καλά καθούμενα. Ούτε ψύλλος να ’τανε, άνοιξε η γης και το κατάπιε, τόσα χρόνια έψαχνε και να μη βρει ούτε ν’ ακούσει τίποτις;

Λεξιλόγιο:

Άβυσσος, η = τοποθεσία στην Κεραμιδιά.
Αναγομή, η = η ολική ανασκαφή του εδάφους, το γύρισμα του χώματος.
Ζάντε, το = η νήσος Ζάκυνθος επί τουρκοκρατίας, όταν ήταν υπό την κυριαρχία των δυτικών.
Ζεματίσει, = (τοπική διάλεκτος) να τον κτυπήσει.
Κακάρωσε, = ξεψύχησε.
Καπρί, το = το αρσενικό γουρούνι για αναπαραγωγή.
Κιβούρι, το = το μνήμα.
Κόρμπα, η = η κατάμαυρη (εδώ αναφέρεται στην φοράδα του).
Μαρμάρα, η = η στέρφα προβατίνα που δεν έχει μείνει ποτέ έγκυος.
Μουζίκα, το = σήμερα ο οικισμός Δαφνιώτισσα.
Μπαλί, το = εγκαταλελειμμένος οικισμός, στην δεξιά όχθη του Πηνειού, στην Πηνεία Ηλείας.
Μπεζαΐτι, το = σήμερα ο οικισμός Κεραμιδιά.
Μπούκα, η = τοποθεσία στην Κεραμιδιά.
Νεφραμιά, η = το πίσω μέρος της κοιλιακής χώρας, όπου βρίσκονται να νεφρά.
Ξενιές, οι = εγκαταλελειμμένος οικισμός στην αριστερή όχθη του Πηνειού ποταμού, απέναντι από το Μπαλί.
Παναγίτσα Μουζικιώτισσα, η = Βυζαντινό εξωκκλήσι στην Δαφνιώτισσα.
Σιμά, = κοντά.
Τερλεκάτσι = τελείως γδυτός.
Τσούρμο το, = μαζεμένοι.
Τουρκόραχη, η = τοποθεσία στην Κεραμιδιά.
Φούρλα, = τριγύρω.

[Μαρτυρία Παπαδόπουλος Βασίλης (Σερμπέσης)]

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.